Sunday

Υπάρχουν άστεγοι στη Κύπρο, σπίτι τους ο δρόμος..

Ίσως και να μην συγκινήσει κανέναν αυτός ο άνθρωπος. Ίσως οι περισσότεροι προσπεράσουν την περίπτωσή του αναλογιζόμενοι τα δικά τους προβλήματα, τα δικά τους παιδιά στα οποία ενδεχομένως να μην μπορούν να προσφέρουν τα απαραίτητα, τους δικούς τους γονείς που ενδεχομένως να μην μπορούν να βοηθήσουν.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ, ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΣΤΕΓΟΙ - Σπίτι τους ο δρόμος...

Πολύ περισσότερο, ίσως να τους αφήσει αδιάφορους εξαιτίας του προβλήματος αλκοολισμού που αντιμετωπίζει, το οποίο αναντίρρητα δημιουργεί ένα φορτίο τόσο βαρύ, που δύσκολα μπορεί να το σηκώσουν η οικογένεια, οι φίλοι, η κοινωνία.

Γι’ αυτό τον λόγο δεν απευθυνόμαστε στον απλό πολίτη, αν και είμαστε σίγουροι ότι είναι αυτουνού που θα ταράξει τον ύπνο, που θα παιδέψει τη συνείδηση η εικόνα που βλέπει στη φωτογραφία. Απευθυνόμαστε στην κρατική μηχανή με την απορία εάν είδε ή άκουσε ή της είπαν κάτι γι’ αυτό τον άνθρωπο – που δεν είναι ο μόνος αλλά υπάρχουν και  άλλοι σε παρόμοια κατάσταση εκεί έξω - και εάν κάποιος από τις κοινωνικές της υπηρεσίες μπήκε στον κόπο να βγει από το γραφείο του και να πάει να δει τι γίνεται.

Γιατί δεν είναι κάπου κρυμμένη η αρρώστια, η ανέχεια, η δυστυχία αυτού του προσώπου. Είναι εκτεθειμένη μέρα-νύχτα στην περιοχή του ΟΧΙ, εκεί που καθημερινά πηγαινοέρχονται εκατοντάδες άνθρωποι και τα λεωφορεία δεν σταματούν να κατεβάζουν τουρίστες.

Μήνες εκεί
Τον πλησιάζουμε με την ταραχή και τη θλίψη που προφανώς θα διακατείχε τον καθένα όταν πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με εικόνες που δεν έχουν συνηθίσει τα μάτια του. Δεν ξέρω άλλωστε εάν μπορούν ποτέ τέτοιες εικόνες να γίνουν συνήθεις στα μάτια ανθρώπων που διαθέτουν στοιχειώδη ευαισθησία. Παιδεύεται να αδειάσει σε ένα βρόμικο πλαστικό ποτήρι τις τελευταίες σταγόνες από ένα φτηνό, σε χάρτινη συσκευασία, κρασί και όσο δύσκολα αρχίζει η συνομιλία μας, τόσο δύσκολα συνεχίζεται. Ελλαδίτης, ηλικίας 56 ετών, πήρε πριν 17 χρόνια τη σύζυγο και τα δύο μικρά τότε παιδιά του και ήρθε στην Κύπρο. Δούλευαν και ο ίδιος και η σύζυγος και είχαν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Πάντοτε έπινε, τίποτα όμως δεν εμπόδιζε τις επαγγελματικές και κοινωνικές του δραστηριότητες.

Το 2012 χάνει τη δουλειά του και μαζί αρχίζουν να καταρρέουν τα πάντα. Το πιοτό γίνεται πλέον η παρηγοριά του μέρα και νύχτα και δεν αργεί να βυθιστεί στην εξάρτηση. Η οικογένεια, μη αντέχοντας το φορτίο της αρρώστιας του, διαχωρίζει τη θέση της και με τη σύζυγο επέρχεται η διάσταση. Έκτοτε, και για μήνες τώρα, ο 56χρονος κοιμάται στον δρόμο. Κάπου - κάπου του επιτρέπουν να πλυθεί σε κάποιο φιλικό σπίτι, ωστόσο μία αλλαξιά από ρούχα ίσως να μην υπάρχει, αφού κανείς στο μακρύ διάστημα που κοιμάται στο παγκάκι δεν τον έχει δει με διαφορετική ενδυμασία.

Ρωτάω τι τρώει, πώς ζει, εάν έχει επαφή με την οικογένειά του, αλλά υπάρχει πρόβλημα επικοινωνίας καθώς αδυνατεί να συμμετάσχει στη συζήτηση. Απαντά μόνο στην ερώτηση τι τρώει και αυτό με την υπόδειξη ενός πλαστικού πιάτου όπου έχει ξεμείνει ένα κομμάτι από κάποια πίτα. «Τρώω εάν κάποιος περαστικός ή κάποιος από τους ανθρώπους που δουλεύουν εδώ μού δώσει κάτι. Ειδάλλως θα την βγάλω νηστικός, έχω συνηθίσει»... Ρωτάω επίσης εάν έχει αποταθεί για ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ή αν έχει κάνει κάποιες κινήσεις για να βοηθηθεί από το κράτος, αλλά αδυνατεί να δώσει απάντηση.

Δεν είναι ο μόνος
Ο 56χρονος δεν είναι ο μόνος άστεγος στην περιοχή του ΟΧΙ. Εργαζόμενοι και κάτοικοι μάς μιλούν και για δυο-τρεις άλλους που όμως κρύβονται σε κάποια σημεία για να κοιμηθούν, ανάμεσά τους και ένας ηλικιωμένος Ελληνοκύπριος τον οποίο βλέπουν κάθε βράδυ να κοιμάται σε μία καρέκλα έξω από το περίπτερο και να εξαφανίζεται μόλις χαράξει το πρώτο φως της ημέρας. Ένας ακόμα άστεγος που μας υπέδειξαν, δέχθηκε να ανταλλάξουμε μερικές κουβέντες, ο οποίος παραδέχθηκε ότι δυο-τρεις φορές αναγκάστηκε να κλέψει ποδήλατα τα οποία πώλησε για 30 ευρώ προκειμένου να εξασφαλίσει τη διατροφή του.

Φεύγω γεμάτη ενοχές αναλογιζόμενη ότι θα πάω στο δικό μου σπίτι και θα έχω ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι μου, ενώ αυτός θα μείνει εκεί, στο κρύο και τη βροχή, να παλεύει με τα φαντάσματά του. Φεύγω επίσης με τη σκέψη ότι χειμώνιασε και μαζί με έναν φόβο για το τι μπορεί να ακολουθήσει. Κυρίως όμως φεύγω με μια αγανάκτηση για την κρατική μηχανή που δεν ξεχύνεται στους δρόμους να δει τι γίνεται γύρω της και να περιμαζέψει αυτούς τους ανθρώπους, πριν οι τρεις-τέσσερις άστεγοι γίνουν πενήντα και μετά εκατό.


Πηγή: Εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» | ΣΟΦΗ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ

No comments:

Post a comment